Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Τζίβακα, γιατρός του Βούδα και πατέρας της Ταϊλανδικής ιατρικής (μέρος 2ο - τέλος)

shivago

Ακολουθούν λίγα λόγια για την ζωή του Τζίβακα, του προσωπικού θεραπευτή του Βούδα, και  «πατέρα» του Thai Massage. Σας παραθέτω την περίληψη ενός κεφαλαίου από ένα παλιό, σπάνιο βιρμανικό χειρόγραφο που αναφέρεται στην ζωή του Βούδα, το οποίο μεταφράστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα. Ακολουθεί το δεύτερο μέρος. (Το 1ο μέρος μπορείτε να το δείτε εδώ: fysikidrasi ) 

Σε μια άλλη ιστορία, ο Τζίβακα καλείται να θεραπεύσει έναν άντρα που πάσχει στο κρανίο από μια σοβαρή ασθένεια άγνωστης αιτιολογίας. Οι άλλοι γιατροί του έδιναν πέντε ημέρες ζωής. Όταν ο Τζίβακα συνάντησε τον άντρα, τον ρώτησε, «Τι θα μου δώσεις αν σε θεραπεύσω;» Ο άρρωστος άντρας απάντησε, «Όλη μου η περιουσία θα είναι δική σου, και εγώ θα γίνω σκλάβος σου». Κατόπιν ο Τζίβακα τον ρώτησε αν μπορούσε να παραμείνει ξαπλωμένος στο ένα πλευρό επί επτά μήνες, και ο άντρας απάντησε ότι μπορούσε. Ο Τζίβακα τον ρώτησε αν μπορούσε να παραμείνει ξαπλωμένος ανάσκελα επί επτά μήνες, και ο άντρας απάντησε ότι μπορούσε. 



Τότε ο Τζίβακα τον έδεσε σε ένα κρεβάτι, άνοιξε το κρανίο του κι έβγαλε από μέσα δυο σκουλήκια. Κατόπιν έκλεισε την πληγή και άπλωσε μια θεραπευτική κρέμα. Όταν ο άντρας ξύπνησε, ο Τζίβακα τον έβαλε να ξαπλώσει στο ένα πλευρό. Μετά από επτά ημέρες, ο άντρας είπε, «Γιατρέ, δεν μπορώ να μείνω άλλο έτσι ξαπλωμένος». Ο Τζίβακα απάντησε, «Ναι, αλλά συμφώνησες να το κάνεις, έτσι δεν είναι;» «Όντως», απάντησε ο άντρας, «αλλά αν μείνω ξαπλωμένος σε αυτή την στάση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι βέβαιο πως θα πεθάνω». Ο Τζίβακα είπε, «Τότε μείνε ξαπλωμένος μπρούμυτα για επτά μήνες». Μετά από επτά ημέρες, ο ασθενής είπε, «Γιατρέ, δεν μπορώ να κάτσω έτσι για επτά μήνες». «Τότε ξάπλωσε ανάσκελα για επτά μήνες». Μετά από άλλες επτά ημέρες, ο άντρας είπε, «Γιατρέ, δεν είναι δυνατόν να κάτσω έτσι για επτά μήνες, θα πεθάνω». Ο Τζίβακα απάντησε, «Δεν χρειάζεται. Ήξερα πως θα ήσουν καλά μετά από τρεις φορές από επτά ημέρες. Τώρα σήκω πάνω, είσαι καλά. Και τώρα μπορείς να μου δώσεις την αμοιβή μου. Δεν θέλω να μου δώσεις όλα σου τα υπάρχοντα, ούτε σε θέλω για σκλάβο μου. Απλώς δώσε στον βασιλιά της Ρατζαγκάχα εκατό χιλιάδες νομίσματα, κι άλλα εκατό χιλιάδες σε εμένα». Κι έτσι έγινε.



Σε μια άλλη ιστορία, ο Τζίβακα καλείται να πάει στην Μπενάρες για να θεραπεύσει τον γιο ενός πάμπλουτου άντρα. Όταν ο Τζίβακα εξέτασε τον νεαρό άντρα, διέταξε να στηθεί ένα μεγάλο παραβάν και έδεσε τον ασθενή σε έναν στύλο. Κατόπιν, παρουσία της γυναίκας του ασθενή, άνοιξε την κοιλιά του ασθενή, έβγαλε έξω τα έντερά του και δείχνοντάς τα είπε, «Κοίτα από τι έπασχε ο σύζυγός σου. Εξαιτίας αυτών των κόμπων δεν μπορεί να πέψει την τροφή του, ούτε και να αφοδεύσει». Αφού ίσιωσε τα έντερα, τα ξανάβαλε στην θέση τους, έκλεισε το άνοιγμα και άλειψε την πληγή με μια θεραπευτική αλοιφή. Σύντομα ο άντρας έχαιρε άκρας υγείας. Έδωσε στον γιατρό δεκαέξι χιλιάδες νομίσματα, ο οποίος κατόπιν επέστρεψε στο παλάτι.



Ο βασιλιάς μιας γειτονικής επαρχίας ήταν πολύ άρρωστός, και οι γιατροί του δεν μπορούσαν να τον θεραπεύσουν, παρά μόνο έπαιρναν τον χρυσό και το ασήμι του. Ο βασιλιάς έστειλε ένα μήνυμα στον βασιλιά της Ρατζαγκάχα, τον παππού του Τζίβακα, ζητώντας να στείλει τον Τζίβακα να τον βοηθήσει. Όταν ο βασιλιάς πήρε το μήνυμα, έστειλε τον Τζίβακα. Ο γιατρός εξέτασε τον βασιλιά και είπε, «Ω βασιλιά, πρέπει να ετοιμάσω ένα σκεύασμα που θα περιέχει βούτυρο, θα μπορέσεις να το πάρεις;» Ο βασιλιάς απάντησε, «Απεχθάνομαι το βούτυρο. Αν μπορείς να με θεραπεύσεις χωρίς να μου δώσεις βούτυρο, σε παρακαλώ κάντο». Ο βασιλιάς είχε δηλητηριαστεί από έναν σκορπιό, και επειδή το βούτυρο θα εξουδετέρωνε το δηλητήριο, ο Τζίβακα έπρεπε να του το δώσει. 



Όταν όμως συνειδητοποίησε την απέχθεια που έτρεφε ο βασιλιάς για το βούτυρο, σκέφτηκε, «Πρέπει να ετοιμάσω το σκεύασμα με τέτοιο τρόπο ώστε ο βασιλιάς να μην καταλάβει ότι περιέχει βούτυρο. Το φάρμακο πρέπει να έχει γεύση και χυμούς λουλουδιών. Μολαταύτα, όταν ο βασιλιάς πάρει το φάρμακο, ο άνεμος θα υψωθεί από το στομάχι του, θα γευτεί το βούτυρο και θυμώσει πολύ. Πρέπει να ετοιμάσω την απόδρασή μου, διαφορετικά θα με σκοτώσει». Κατόπιν ο γιατρός πήγε στον βασιλιά και είπε, «Εμείς οι γιατροί οφείλουμε να πηγαίνουμε συχνά στα βουνά και να μαζεύουμε βότανα. Επομένως, δώσε διαταγή να μου δώσουν ένα άλογο ή έναν ελέφαντα, και να ανοίξουν οι πύλες, όποτε το θελήσω». Ο βασιλιάς δέχτηκε.



Όταν ο Τζίβακα ετοίμασε το φάρμακο, πήγε στον βασιλιά και είπε, «Μεγαλειότατε, παρακαλώ πιείτε αυτόν τον χυμό ανθέων». Όταν ο βασιλιάς ήπιε το φάρμακο, ο γιατρός πήγε στον στάβλο, καβάλησε έναν ελέφαντα και έφυγε γρήγορα από την πόλη. Όταν ο άνεμος υψώθηκε από το στομάχι του βασιλιά, κατάλαβε πως είχε πάρει βούτυρο. «Αυτός ο ελεεινός γιατρός μου έδωσε βούτυρο, συλλάβετέ τον», φώναξε. Οι υπηρέτες είπαν, «Ω, βασιλιά, έχει φύγει από την πόλη, καβάλα σ’ έναν ελέφαντα». Τότε ο βασιλιάς κάλεσε έναν υπηρέτη του που μπορούσε να ταξιδεύει 720 μίλια την ημέρα και του είπε, «Πήγαινε να τον πιάσεις. Όμως πρόσεχε, είναι πανούργος. Αν σου προσφέρει να φας ή να πιεις οτιδήποτε, αρνήσου». Ο υπηρέτης ακολούθησε τον Τζίβακα και τον έπιασε καθώς έτρωγε το πρωινό του. Του είπε, «Έρχομαι από τον βασιλιά. Πρέπει να επιστρέψεις στην πόλη». Ο Τζίβακα απάντησε, «Περίμενε λιγάκι. Ακόμα δεν έχω φάει το πρωινό μου. Παρεμπιπτόντως, να σου προσφέρω λίγο;» Ο υπηρέτης απάντησε, «Δεν πεινάω, και ο βασιλιάς είπε να μην πάρω τίποτα από τα χέρια σου». 



Τότε ο Τζίβακα πήρε ένα φρούτο, έχωσε σβέλτα στη σάρκα του ένα βότανο και το χώρισε στα δυο. Έφαγε ένα κομμάτι και πρόσφερε το υπόλοιπο στον υπηρέτη. Ο υπηρέτης σκέφτηκε, «Αφού ο ίδιος έφαγε ένα κομμάτι, μάλλον είναι ασφαλές να φάω κι εγώ». Μόλις ο υπηρέτης έφαγε το φρούτο, τον έπιασε μια τόσο βίαιη διαρροϊκή κένωση που φοβήθηκε πως θα πέθαινε και είπε, «Γιατρέ, θα ζήσω;» Ο Τζίβακα απάντησε, «Φίλε μου μην φοβάσαι, σύντομα θα είσαι καλά. Ο βασιλιάς σου είναι πολύ οξύθυμος και δεν πρόκειται να επιστρέψω. Αν επιστρέψω, ξέρω πως μπορεί κάλλιστα να με σκοτώσει. Πάρε τον ελέφαντά σου κι επέστρεψε στην πόλη».



Όταν ο Τζίβακα επέστρεψε στην Ρατζαγκάχα, διηγήθηκε στον βασιλιά την όλη ιστορία. Ο βασιλιάς απάντησε, «Έπραξες συνετά που δεν επέστρεψες, είναι πολύ οξύθυμος και θα σε είχε σκοτώσει». Όταν ο άρρωστος βασιλιάς ανάρρωσε, έστειλε μήνυμα στον γιατρό λέγοντας, «Έλα και θα ανταμείψω δεόντως για όλες σου τις υπηρεσίες». Ο γιατρός απάντησε πως το μόνο που ήθελε είναι να θυμάται ο βασιλιάς την εξυπηρέτηση που του είχε προσφέρει, και ότι δεν θα πήγαινε να τον δει. Μετά από αυτό, ο βασιλιάς έστειλε στον γιατρό δυο χιτώνες μεγάλης αξίας. Όταν οι χιτώνες έφτασαν στα χέρια του γιατρού, σκέφτηκε, «Αυτοί οι χιτώνες είναι κατάλληλοι μόνον για δυο ανθρώπους: ο ένας είναι ο βασιλιάς μου και ο άλλος ο Βούδας».



Εκείνη την περίοδο, ο Βούδας υπέφερε από δυσκοιλιότητα. Φώναξε τον αγαπημένο του μαθητή Άναντα και είπε, «Δεν νιώθω πολύ καλά, χρειάζομαι κάποιο γιατρικό». «Πολύ καλά, διδάσκαλε», απάντησε ο Άναντα. Αφού υποκλίθηκε τρεις φορές, πήγε στον Τζίβακα και είπε, «Γιατρέ, ο εξαίσιος Βούδας δεν νιώθει πολύ καλά και επιθυμεί να του χορηγήσετε κάποιο γιατρικό». Ο Τζίβακα απάντησε, «Ας πάρει αυτό το λάδι για 2-3 ημέρες και κατόπιν ας ακολουθήσει αυτή την δίαιτα». Ο Άναντα επέστρεψε και αφού έδωσε το λάδι στον Βούδα για λίγες ημέρες, πήγε στον γιατρό και είπε, «Ο Βούδας ήπιε το λάδι, όπως ακριβώς υποδείξατε, αλλά θέλω να κάνετε κάτι ακόμα. Καθώς έπινε το λάδι, οι ντέβας ανάμιξαν το φαγητό τους στο ρύζι του. Συνεπώς, ενώ είναι πολύ καλύτερα, δεν έχει συνέλθει τελείως. Παρακαλώ κάντε κάτι». Κατόπιν ο Τζίβακα ετοίμασε ένα σκεύασμα σε τρεις δόσεις και το πήγε ο ίδιος στον Βούδα, λέγοντας, «Μεγάλε Βούδα, πάρτε ένα από αυτά τα φαρμακευτικά κρινάκια, και μυρίστε το. Όταν το μυρίσετε, θα έχετε δέκα αφοδεύσεις × το ίδιο ισχύει και για τα δυο επόμενα». Κατόπιν, ο γιατρός προσκύνησε κι έφυγε. Η υγεία του Βούδα αποκαταστάθηκε.



Μετά από λίγες ημέρες, ο Τζίβακα πλησίασε τον Βούδα και είπε, «Ω Βούδα, έχω να σας ζητήσω μια χάρη. Οι μοναχοί έχουν συνηθίσει να μην φορούν ακριβά ρούχα. Έχω λάβει δυο πανάκριβους χιτώνες από έναν βασιλιά. Επιθυμώ να τους δεχτείς και να χορηγήσεις την συγκατάθεσή σου ώστε οι απλοί άνθρωποι να μπορούν να προσφέρουν ρούχα στους μοναχούς». Ο Βούδας δέχτηκε τους χιτώνες και κήρυξε το Ντάρμα στον Τζίβακα. Τότε ο Τζίβακα εισήλθε στο πρώτο στάδιο της Φώτισης. Μετέπειτα, είπε στους μοναχούς ότι δεν ήταν πλέον υποχρεωτικό να φορούν μόνον σακόπανα…» Η συζήτηση μεταξύ Βούδα και Τζίβακα παρατίθεται στο περίφημο Jivakasutta.



Στην Κινέζικη εκδοχή, ο Τζίβακα γεννιέται μια ουράνια κόρη που ακούει στο όνομα Αραμπάλι, η οποία είχε ανατραφεί από έναν βραχμάνο και πλάγιασε με τον Αμπάγια, έναν από τους γιους του βασιλιά Μπιμπισάρα. Σε αυτή την εκδοχή, το βρέφος γεννιέται με ένα πουγκί γεμάτο με βελόνες βελονισμού. Η μητέρα του το ντύνει στα λευκά και προστάζει μια υπηρέτρια να το πάει στο βασιλιά. Μετέπειτα, ο Τζίβακα απαρνείται την διαδοχή του θρόνου και φεύγει προκειμένου να μελετήσει την ιατρική επιστήμη. Ανακαλύπτει πως η εκπαίδευση που έχει λάβει από τους δασκάλους του είναι ανεπαρκής και εντοπίζει σφάλματα στα κείμενα που αναφέρονται σε φαρμακευτικά φυτά, συνταγές, βελονισμό και διάγνωση μέσω του σφυγμού. Συνεπώς διορθώνει τις ατέλειες και εδραιώνει τις ορθές αρχές της ιατρικής, κερδίζοντας τον σεβασμό όλης της τότε ιατρικής κοινότητας. Ακούει για τον διάσημο δάσκαλο Ατρέγια και ταξιδεύει στην Ταξίλα προκειμένου να διδαχθεί από αυτόν. Μετά από επτά χρόνια, ολοκληρώνει τις σπουδές του και ο δάσκαλός του τον ορίζει διάδοχό του.



Στα ταξίδια του, ο Τζίβακα συναντά ένα αγόρι που κουβαλά ξύλα και προς μεγάλη του έκπληξη, συνειδητοποιεί πως είναι σε θέση να δει μέσα στο σώμα του αγοριού, το οποίο πλέον ήταν διάφανο στα μάτια του. Διαισθανόμενος ότι στο συγκεκριμένο δεμάτι ξύλων περιέχεται ένα κομμάτι από το δέντρο του Βασιλιά της Θεραπείας (σύμφωνα με τα κείμενα της Μαχαγιάνα είναι ένας Μποντισάττβα της θεραπευτικής) αγοράζει το δεμάτι και ανακαλύπτει το κλαδάκι του ιερού δέντρου, το οποίο κατόπιν το χρησιμοποιεί για να κάνει διάγνωση των ασθενειών.



Στην Σανσκριτική-Θιβετανική εκδοχή, ο Τζίβακα ολοκληρώνει τις καθιερωμένες ιατρικές σπουδές και καταφέρνει ακόμα και να συμβουλεύει τον δάσκαλό του Ατρέγια σχετικά με θεραπευτικά ζητήματα, κερδίζοντας έτσι τον σεβασμό του. Ικανοποιημένος με την βαθιά κατανόηση του μαθητή του, ο Ατρέγια του μεταδίδει την ειδική τεχνική ανοίγματος του κρανίου. Αργότερα, ο Τζίβακα ταξιδεύει στην πόλη Μπαντρανκάτα στην Βιντάρμπα, όπου μελετά ένα αρχαίο βιβλίο που καλείται «Οι Ήχοι Όλων των Όντων» (προφανώς ένα κείμενο που παραθέτει mantras και dharanis). Και σε αυτή την εκδοχή αναφέρεται η συνάντηση με το αγόρι που κουβαλά ξύλα. Ο Τζίβακα ανακαλύπτει στο δεμάτι έναν κρύσταλλο που καλείται «η θεραπεία που ανακουφίζει όλα τα όντα», ο οποίος, όταν τοποθετείται μπροστά από έναν ασθενή, κάνει το σώμα του διάφανο, αποκαλύπτοντας την φύση της εκάστοτε πάθησης... 

Βιβλιογραφία: A Life of the Buddha, The Folio Society




Μπορείτε να μοιραστείτε το άρθρο, αρκεί να αναφέρεται: "Μετάφραση: Ελευθερία Μαντζώρου (c) 2007" - Ελευθερία Μαντζώρου, καθηγήτρια Thai Massage




Πηγή: drosostalida